ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ!

Αυτός ο χώρος είναι αφιερωμένος σε όλους τους γονείς, τους μαθητές και τις μαθήτριες του 21ου, 22ου, 12ου,4ου, 2ου Εσπερινού Γυμνασίου, 1ου ΕΠΑΛ, 6ου ΕΠΑΛ, , 2ου Λυκείου Πατρών, του Γυμνασίου και Λυκείου Κλειτορίας , του Γυμνασίου Ψωφίδας, Λακκόπετρας και Σαγαιίκων, και από φέτος του 6ου και του 17ου Γυμνασίου Πατρών.



Αγαπημένοι μου μαθητές και γονείς, εδώ θα ενημερώνεστε για τις δραστηριότητες που θα πραγματοποιούμε στο πλαίσιο του μαθήματος των Θρησκευτικών καθώς και για άλλα πολλά θέματα που μας αφορούν.


Η Θεολόγος σας


Σταυρούλα Ζευγαρά
















Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Στις φυλακές Γκέρλα της Ρουμανίας είδα τον Ιησού Χριστό

Στις φυλακές Γκέρλα της Ρουμανίας είδα τον Ιησού Χριστό (Νικολάε Στάϊνχαρτ)


ΓΚΕΡΛΑ, Μάιος 1963
ΕΓΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟΣ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, τρομερά αδύνατος, μόλις πού στέκεται στα πόδια του δεν μπορεί να αρθρώσει δυο λέξεις, όλη την ήμερα ξαπλωμένος και σκεπασμένος με μια κουρελιασμένη κουβέρτα, βυθισμένος στην προσευχή, ό π. Χαραλάμπιε προσμένει το θάνατο.
Που και που όμως βρίσκει τον τρόπο και το κουράγιο να απαντά όταν τον ρωτούν κάτι. Ως μοναχός, φτάνει στο τέλος του επίγειου ταξιδιού του γεμάτος γαλήνη, αλλά όχι δίχως φροντίδες. Ως σώφρων άνθρωπος, πού ετοιμάζεται για το άλλο, το μεγάλο ταξίδι, ξέρει πως για ένα τέτοιο ταξίδι πρέπει κανείς να φροντίσει για όλα από πριν, να ετοιμάσει τα απαραίτητα και να εφοδιαστεί με τη σκέψη ότι εκεί όπου θα πάει θα είναι καλύτερα να περισσέψει παρά να λείψει κάτι, όταν φτάσει στο τέρμα. Αφιερώνει και σ’ εμένα λίγο χρόνο.
Τον κοιτάζω, του μιλάω και μέσα μου πλημυρίζει ή πεποίθηση πώς ό πόνος τελικά έχει νόημα, πώς ή ζωή ολόκληρη δεν μπορεί να μην έχει νόημα. “Όπως πάντα με βασανίζει ή φράση πού είπε κάποτε ό Σαρτρ: «Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι», φράση ή όποια δεν στερείται δύναμης ούτε και αλήθειας, ακόμα και θεολογικής. Ό Μερλώ Ποντύ συμπληρώνει: «Είμαστε καταδικασμένοι να δίνουμε στα πράγματα νόημα. Ό Σορίν Βασίλιε είπε: «Σημασία δεν έχει ή πραγματικότητα άλλα ή αλήθεια (η οποία είναι άλλο πράγμα) και το νόημα». Ό πατριάρχης Αθηναγόρας τέλος είπε «Από τί πράγμα πεινάει ό σημερινός άνθρωπος; από αγάπη και από νόημα στη ζωή του».
Στον π. Χαραλάμπιε —σαν σε άγιο— σκέφτομαι να εκμυστηρευθώ (θα είναι ό πρώτος) δυο όνειρα πού είχα δει σης φυλακές της Ζιλάβας, εδώ και ενάμιση χρόνο στο κελί είκοσι πέντε.
Την πρώτη φορά είδα στο όνειρο μου τη μητέρα (πήγαινε πάντοτε στην εκκλησία του χωριού και μιλούσε τόσο τέλεια και γοητευτικά τα ρουμανικά) να με παίρνει από το χέρι και να με οδηγεί σ’ έναν τοίχο μιας εκκλησίας του Κυρίου έναν τοίχο πελώριο ζωγραφισμένο ολόκληρο με αγίους και καλυμμένο με εικόνες. Με οδηγούσε προς τις ζωγραφισμένες μορφές και τις εικόνες και με προέτρεπε να τις ασπαστώ.
Το δεύτερο όνειρο ήταν πιο συγκλονιστικό, και το λέω όνειρο, διότι δεν τολμώ να το πω αλλιώς.
Ήταν χειμώνας του ’62, ένας χειμώνας πολύ άγριος με το βοριά να λυσσομανά και τα χωριά αποκλεισμένα από το χιόνι. Ό συγγραφέας Όντομπέσκου στο
βιβλίο του Κυρία Κιάζνα γράφει κάποια στιγμή: «Είναι θλιβερός και άγριος ο χειμώνας στην επαρχία». Άγριος και θλιβερός ήταν και ό χειμώνας στις φύλακα της Ζιλάβας. Στο κελί εικοσιπέντε, στον δεύτερο τομέα, έκανε πολύ κρύο.
Ή μικρή ξυλόσομπα έχει ξεχαρβαλωθεί, δεν γίνεται να ανάψουμε ούτε μια τόση δα μικρή φωτίτσα με τα δυο τρία ξυλαράκια πού καταφέραμε να βρούμε από της 15 Δεκεμβρίου έως την 1η Μαρτίου. Ή καπνιά μέσα στο κελί τυλίγει τα πάντα με ένα παχύ στρώμα, με μια παγωμένη μαυρίλα, ή όποια συνεχίζει να απλώνεται και να σε τραβάει κοντά της. Τρεμουλιάζουμε από το κρύο, νιώθουμε πνιγμένοι από την βρόμα και πεινάμε φοβερά. Εξαιτίας του χιονιού έχει διακοπεί ό ανεφοδιασμός της φυλακής. Μας δίνουν ένα μικρό κομμάτι παγωμένη σούπα μια φορά την ήμερα και αυτό όποτε το θυμούνται. Νερό δεν υπάρχει άλλο. Το μικρό βαρέλι που χρησιμοποιούμε για τουαλέτα είναι ξεχειλισμένο.
Παραδόξως το κρύο, αντί να εξουδετερώσει την οσμή των περιττωμάτων, την εξαγριώνει. Παραμονεύουμε να δούμε πότε θα φτάσει το φαγητό, σαν τα άγρια φυλακισμένα ζώα, των οποίων ή τροφή και ή τύχη είναι στα χέρια ενός ξεχασιάρη αφέντη. Το φαγητό, πού φτάνει κάποια στιγμή τελικά, είναι από καλαμποκάλευρο, άβραστο και παγωμένο από το κρύο.
ΣΕ μια ατμόσφαιρα παγωμένη, θλιβερή και λερωμένη καταφέρνω να παραμείνω ήρεμος. Το κελί είναι γεμάτο με κρατούμενους ευγενικούς και καθωσπρέπει . Δεν βλέπαμε όμως τα πράγματα τραγικά σαν ευγενείς και εύθυμοι άνθρωποι ήμασταν. Τέτοιους ανθρώπους μόνο στις φυλακές μπορούσε να συναντήσει κανείς εκείνη την εποχή, όπως για παράδειγμα ό βεσαραβιανός μεγαλοτσιφλικάς Τσιμποϊέσκου και άλλοι.
Δίπλα μου κοιμάται ένας σοφέρ (είναι ό σοφέρ του Τσιμποϊέσκου). Τον έκλεισαν κι αυτόν στη φυλακή μαζί με το αφεντικό του και μάλιστα τον καταδίκασαν σε πολλά χρόνια φυλακή (όπως και τον Κέρτσιου, οδηγό του Άλιμανεστεάνου, γιατί πήγαινε τρόφιμα στον κύριο του, όταν εκείνος βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Μπαραγκάν). Στο δικαστήριο φέρθηκε πολύ όμορφα, παραδέχθηκε ότι πιστεύει στον χριστιανισμό και ακολούθησε τον κύριο του στη φυλακή, έτσι όπως ακολουθούσαν τους σταυροφόρους οι ασπιδοφόροι σωματοφυλακές τους, στις σταυροφορίες, στους πολέμους και στους κινδύνους. Την καθημερινή ζωή της φυλακής πάντως με δυσκολία την υπομένει,
Νευριάζει εύκολα και (όπως οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι) υποφέρει από τον συνωστισμό, τη βρόμα και τις ελλείψεις, πιο πολύ απ’ ότι οι διανοούμενοι και γενικά οι ευκατάστατοι. Τον ενοχλεί το τρομερό ροχαλητό του διπλανού. Με δισταγμό με παρακαλεί ν’ αλλάξουμε θέσεις: να περάσω εγώ στη θέση του, πιο κοντά στην πηγή του ροχαλητού και να ‘ρθει εκείνος στη δική μου. Ή απόσταση που κερδίζει απ’ αυτή τη μετακίνηση είναι ασήμαντη από κάθε άποψη, άλλα ό άνθρωπος σε παρόμοιες καταστάσεις δημιουργεί αυταπάτες και, όταν τα πάντα εκτυλίσσονται στα όρια αντοχής του νεύρο-ψυχικού κόσμου, τότε ακόμη και μια μικρή μετακίνηση λίγων εκατοστών μπορεί να συμβάλει στον καθησυχασμό ενός ανθρώπου. Αλλάζουμε θέσεις.
(Για μένα είναι πιο εύκολο, γιατί στο κελί 80 στις φυλακές της Γκέρλας συνάντησα έναν μορφωμένο άνθρωπο, τον συνταγματάρχη Κ. Τσαράνου, το ροχαλητό του οποίου δεν πιστεύω να συναγωνίζεται κανείς σ’ αυτό τον κόσμο. Ό θόρυβος πού έβγαζε όταν ροχάλιζε ήταν τόσο τρομερός και ακαταμάχητος, πού δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί κανείς στο ίδιο δωμάτιο. Δεν ήταν θόρυβος ομοιόμορφος και συνεχής, άλλα μια σειρά από ανεξάντλητα μπουμπουνητά πάντοτε διαφορετικά, μια αληθινή γκάμα ενός καλλιτέχνη, του οποίου το στυλ ανανεώταν συνεχώς. Ύστερα από αρκετές εβδομάδες συμβίωσης κατάφερνες κλείσεις για λίγο τα μάτια, άλλα στα κλεφτά, σαν τους καπετάνιους των πλοίων που δεν μπορούν να γλιτώσουν τελείως από τη ναυτία ακόμα κι αν περάσουν χρόνια από το τελευταίο τους μπαρκάρισμα.)
Τη δεύτερη μέρα, προς το βράδυ, ό σοφέρ κατευθύνεται και πάλι προς το μέρος μου και με περισσότερο δισταγμό αυτή τη φορά μου ζητά και πάλι να αλλάξουμε θέσεις. Θέλει να ξαναγυρίσει στην αρχική του θέση. Εκεί όπου κοιμήθηκε δεν του άρεσε, υπέφερε. Αλλάζουμε και πάλι θέσεις.
Την επόμενη μέρα, ή κίνηση επαναλαμβάνεται.
Τη νύχτα φέρνουν στο κελί ένα νέο γκρουπ κρατουμένων, ένα πλήθος φύρδην μίγδην, το ένα κακό πάνω στ’ άλλο. Αυτοί έλειπαν από δω μέσα. Πόσο θλιμμένα κοιτάζουν όλοι τους τριγύρω. Γιατί όμως; Έρχονται μήπως από φυλακές καλύτερες!
Δεν περίμεναν πάντως να τους δεχτούμε όπως τούς δεχτήκαμε. Τους καλωσορίσαμε με ηρεμία και γελάσαμε όλοι με τα χάλια μας. Πού να τους βάλουμε όλους όμως να κοιμηθούν; Στριμωχνόμαστε όλοι μας για να εξοικονομήσουμε λίγο χώρο και γι` αυτούς. Ένας χώρος πού τις πιο πολλές φορές υπάρχει μόνο μέσα στη φαντασία μας, σαν κι αυτόν πού συναντά κανείς στη γεωμετρία. Μερικοί το μόνο πού καταφέρνουν είναι να λαγοκοιμούνται σε κάτι πάγκους. Σε έναν κρατούμενο ογκώδη και εξοργισμένο (το πρόσωπο του οποίου φανερώνει κούραση και αρκετά βασανιστήρια) προσφέρω τη θέση μου, μιας και μαζί είναι αδύνατον να χωρέσουμε, αλλά και όσο να ‘ναι στην κατάσταση πού βρίσκεται έχει πιο πολύ ανάγκη τον ύπνο έστω και για δυο τρεις ώρες ανάπαυσης. Περνώ την υπόλοιπη νύχτα σ’ έναν πάγκο.
Τη δεύτερη νύχτα κοιμάμαι τσακισμένος από την κούραση. Και τότε, εκείνη την νύχτα, αξιώνομαι να δώ ένα θαυμαστό όνειρο, μια οπτασία. Βλέπω τον Κύριο Ιησού Χριστό όχι προσηλωμένο στον σταυρό, άλλα σαν γιγάντιο φώς —κατάλευκο και εκθαμβωτικό—, και νιώθω ανείπωτα ευτυχισμένος. Το φώς με κατακλύζει από όλες τις μεριές, είναι μια τέλεια ευτυχία και εξαλείφει τα πάντα. Λούζομαι από εκτυφλωτικό φώς, πλέω σε φώς, βρίσκομαι μέσα στο φώς και σε έκσταση. Νιώθω πώς θα διαρκεί αιώνια, «’Εγώ είμαι», ακούω ναι μου λέει το φώς, όχι όμως με λόγια άλλα με τη σκέψη. «’Εγώ είμαι», και το νιώθω με το νου και τις αισθήσεις. Νιώθω ότι είναι ό Κύριος και ότι βρίσκομαι κατάμεσα στο φώς του Θαβώρ. Δεν βλέπω απλώς το φώς, ζω μέσα στο φώς
Μα πάνω απ’ όλα νιώθω ευτυχισμένος, ευτυχισμένος, ευτυχισμένος. Είμαι ευτυχισμένος και το νιώθω και το λέω στον εαυτό μου. Και το φώς αυτό λες και είναι πιο λαμπρό από το φώς πού εμείς ξέρουμε, λες και το φώς αυτό μιλάει και μου λέει ποιος είναι. Το όνειρο μου φαίνεται πώς διαρκεί πολύ, πάρα πολύ. Η ευτυχία πού νιώθω όχι μόνο διαρκεί συνεχώς, άλλα αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. Αν το κακό δεν έχει τέλος, τότε ούτε και το καλό έχει όρια, ό κύκλοι του φωτός πού με περιβάλλει γίνεται ολοένα και πιο πλατύς, ενώ ή ευτυχία, που στην αρχή με τύλιξε σαν μεταξένιο πέπλο, ξαφνικά αλλάζει τακτική, γίνεται δυνατή, πετάγεται και κατρακυλά πάνω μου σαν χιονοστιβάδα, ή οποία (ενάντια στο νόμο της βαρύτητας) με σηκώνει ψηλά και κατόπιν ξανά αλλάζει τρόπους:Mε νανουρίζει τρυφερά και στο τέλος αμείλικτα με αντικαθιστά. Δεν υπάρχω πια. Αλλά όχι υπάρχω. Μα τόσο δυνατός πού δεν αναγνωρίζω πλέον τον εαυτό μου.
Από τότε ντρέπομαι ανείπωτα για τον εαυτό μου. Για τις ανοησίες που έχω κακίες για τις βρομιές, για τις ιδιοτροπίες, για τις δολιότητες. Ντροπή.) .
Ο π. Χαραλάμπιε με ακούει με προσοχή, δεν χαμογελάει, δεν ξαφνιάζεται. Mου άπαντα λέγοντας μου πώς δεν πιστεύει ότι τα δύο αυτά όνειρα είναι Αντίθετα με μακαρίζει. Μου ζητά όμως πολλή εχεμύθεια και ταπεινή αυτοκυριαρχία. Κυρίως όμως μου ζητά (είναι δύσκολο, παραδέχεται κι εκείνος, να καταλάβει αυτό κανείς, μα πρέπει, μου λέει, να προσπαθήσω) να τα δώ όλα ως φυσιολογικά, ως κάτι μη ξεχωριστό, κάτι το όποιο δεν πρέπει να με εμποδίσει και να με βγάλει από το δρόμο πού έχω διαλέξει. Μου ζητά το πρώτο όνειρο το δώ σαν μια καλή σκέψη για τη μητέρα, σαν ένα χαιρετισμό. Όσο για το δεύτερο, μου λέει πώς το έλεος του Κυρίου μας είναι αμέτρητο. Όταν περνά, συμβαίνει ή άκρη του μανδύα Του να αγγίξει κάποιον πού κάνεις δεν περιμένει.
Κάνουμε κατόπιν και σχέδια για το μέλλον, ό π. Χαραλάμπιε όντας σίγουρος εκατό τοις εκατό πώς θα πεθάνει κι εγώ εκατό τοις εκατό πεπεισμένος πώς θα ζήσει..
Δεν περνούν όμως λίγες μέρες και προκαλείται μια δυνατή αιμορραγία, ή οποία τον ρίχνει κάτω ξανά. Ό γιατρός, πού κρατείται κι αυτός στη φυλακή και κλήθηκε επίμονα, έφτασε δύσκολα και, αφού τον εξέτασε, μας κουνά αρνητικά το κεφάλι. Ό υπεύθυνος του κελιού τυλίγει τον Ιερέα με μια κουβέρτα, ενώ εγώ μαζί «κάποιον άλλο κρατούμενο τον μεταφέρουμε μέχρι την πόρτα του κελιού απ’ όπου (εμείς με πρόσωπο προς τον τοίχο και κρατώντας με τις παλάμες τα πρόσωπα μας) οι φρουροί της φυλακής τον σηκώνουν από το χώμα και τον μεταφέρουν στο νοσηλευτήριο. Λιγότερα μάθαμε πώς πέθανε τη δεύτερη μέρα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ. ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΙΣΤΡΟΣ
Πηγή: PROSKINITIS
Πηγή:apantaortodoxias.blogspot.gr

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Ένα σύγχρονο θαύμα της Παναγίας της Πορταίτισσας.




Ένα σύγχρονο θαύμα της Παναγίας της Πορταίτισσας.Η μαρτυρία ενός Αρχιερέως




Η ακόλουθος ιστορία αποτελεί πραγματικό γεγονός που έλαβε χώρα στο Νοσοκομείο «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ» στην Αθήνα το 1985 και αποτελεί μία ζωντανή μαρτυρία, ότι ο Άγιος Θεός επιτελεί θαύματα, όταν εμείς ειλικρινά πιστεύομε χωρίς δισταγμούς ή αμφισβητήσεις. Τα όσα γράφονται είναι η προσωπική μαρτυρία του σημερινού εφησυχάζοντος Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεήμονος (κατά κόσμο Γεωργίου Λαμπαδαρίου).
 «Γεννήθηκα στην Κάλυμνο στις 14 Μαΐου 1955 από ευσεβείς γονείς, τον Παντελή Λαμπαδάριο και την Καλλιόπη, το γένος Ζαΐρη. Το 1975 έγινε η κουρά μου ως μοναχού από τον σεβαστό Γέροντα μου Αρχιμ. π. Αμφιλόχιο Τσούκο, σημερινό Μητροπολίτη Νέας Ζηλανδίας. Η κουρά έλαβε χώρα στην Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος Καλύμνου και μετονομάστηκα «Ευθύμιος». Στις 20 Μαΐου 1980, γιορτή του Αγίου Πνεύματος, χειροτονήθηκα Διάκονος από τον μακαριστό Μητροπολίτη Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας Ισίδωρο Αηδονόπουλο και στις 6 Δεκεμβρίου 1983 προχειρίζομαι στο βαθμό του Πρεσβυτέρου λαμβάνοντας και το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη από τον Μητροπολίτη Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας κ. Νεκτάριο Χατζημιχάλη.
 »Ένα χρόνο μετά από την χειροτονία μου, στο τέλος Νοεμβρίου του 1984, αισθάνθηκα μεγάλους πόνους στη μέση μου. Νόμιζα, ότι οι πόνοι προήρχοντο από υπερβολική κούραση ή είχα κάποιο πρόβλημα με τα νεφρά μου. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία. Άφησα το πρόβλημα να περάσει. Δεν το πήρα στα σοβαρά. Νόμιζα, ότι ήταν κάτι το περαστικό.
»Αναχώρησα από την Κάλυμνο στις 8 Ιανουαρίου 1985 με σκοπό να δώσω εξετάσεις – χρεωστούσα τρία μαθήματα του πρώτου έτους των Θεολογικών μου σπουδών. Στην Αθήνα μόλις που πρόλαβα να δώσω το ένα από τα τρία μαθήματα που χρεωστούσα. Μέσα σε δύο εβδομάδες, μετά από την άφιξή μου στην Αθήνα τα πράγματα πήραν άλλη τροχιά. Οι πόνοι αυξήθηκαν τόσο πολύ που δεν μπορούσα να βρω ανάπαυση. Το συκώτι πρήστηκε και εγώ ήμουν μόνος μέσα στο διαμέρισμα που είχα ενοικιάσει ακριβώς απέναντι από τη Θεολογική Σχολή.
 »Για μερικές μέρες οι συμφοιτητές μου μ’ έχασαν. Κανείς δεν ήξερε τι απέγινα. Οι στενοί και καλοί μου φίλοι άρχισαν να ανησυχούν. Δεν συνήθιζα να χάνω μαθήματα και αυτό ήταν που τους έκανε να ανησυχήσουν πιο πολύ. Ήρθαν στο διαμέρισμα μου ο διάκονος π. Δημήτριος Αργυρός (σήμερα Αρχιμανδρίτης και Διευθυντής της Εκκλησιαστικής Σχολής Βελλά στα Ιωάννινα), ο Πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Ράπτης, σήμερα εφημέριος στο χωριό Άνω Ζάλογγο-Ιωαννίνων, ο Παναγιώτης Σταυρόπουλος, σήμερα Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιταλίας, ο κ. Θεόδωρος Ζήσης, συνταξιούχος Γεωπόνος, κι άλλοι που δεν θυμάμαι. Η κατάσταση ήταν πολύ σοβαρή. Όταν μάλιστα τους έδειξα το πρήξιμο του συκωτιού, ο π. Δημήτριος χωρίς δεύτερη κουβέντα πρόσταξε να πάμε σε νοσοκομείο.
»Πράγματι, οι καλοί φίλοι μου με πήγαν στο νοσοκομείο των Κληρικών στην Αγία Βαρβάρα (τότε ονομαζόταν Ν.Ι.Ε.Ε.). Κάναμε εξετάσεις, αλλά δεν μπορούσαν να εντοπίσουν το πρόβλημα. Μέρα με τη μέρα η κατάσταση χειροτέρευε. Ενθυμούμαι, ότι ένα απόγευμα θέλησα να κατέβω την σκάλα, αλλά κάτι με εμπόδιζε. Αισθανόμουν μεγάλο φόβο. Δεν μπορούσα να ελέγξω τα πόδια μου. Πίστευα ότι θα έπεφτα. Έτσι, γύρισα στο δωμάτιό μου. Το βράδυ θέλησα να πάω για τη σωματική μου ανάγκη. Εκεί διαπίστωσα ότι η υγεία χειροτέρεψε για τα καλά. Πράγματι από εκείνη την βραδιά άρχιζα να χάνω την κινητικότητα των κάτω άκρων. Οι γιατροί άρχισαν να ανησυχούν. Κάλεσαν κάποιο νευρολόγο και εκείνος με συνεργασία κάποιας γιατρού μου έκαναν παρακέντηση. Η γιατρός ήταν εντελώς άπειρη. Ήταν η πρώτη φορά που θα έκανε παρακέντηση. Από τη νευρικότητά της κτύπησε την ρίζα του νεύρου και το δεξί μου πόδι αντέδρασε δυναμικά και με τρομερούς πόνους. Οι πόνοι ήσαν αφόρητοι και η ταραχή μου απερίγραπτη, τόσο πολύ υπόφερα που οι άλλοι ασθενείς από συμπάθεια δεν μπορούσαν να μείνουν άλλο στο κοινό δωμάτιο και βγήκαν έξω. Τα πράγματα δεν ήταν ευχάριστα. Μόλις ο νευρολόγος είδε την σύριγγα είπε, ότι η κατάσταση χρειάζεται νευροχειρούργο.
 »Στο μεταξύ χρόνο φθάνει στην Αθήνα η αδελφή μου, η Θέμις. Μέχρι την ημέρα εκείνη δεν είχα ειδοποιήσει κανένα από του δικούς μου. Δεν ήθελα να ανησυχήσουν. Μετά από πολλές παρακλήσεις μ’ έπεισαν να με μεταφέρουν στο νοσοκομείο «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ». Θυμάμαι, ότι βγαίνοντας από το νοσοκομείο Ν.Ι.Ε.Ε. τελούσαν Θεία Λειτουργία στο παρεκκλήσι. Ήταν η γιορτή του Αγίου Χαραλάμπους (10 Φεβρουαρίου 1985). Έκανα τον σταυρό μου και παρακάλεσα την Παναγία να με προστατεύσει.
»Με το ασθενοφόρο φθάσαμε στο νοσοκομείο «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ». Μου έδωσαν αμέσως κρεβάτι σ’ ένα δωμάτιο με οκτώ άτομα. Οι εξετάσεις δεν καθυστέρησαν. Με πήραν αμέσως και μου έκαναν μυελογράφημα. Η κατάσταση δεν ήταν τόσο ευχάριστη. Προσπάθησα να συνεργαστώ, όσο μπορούσα, με τους γιατρούς. Μόλις τελείωσαν, συνεδρίασαν κάτω από την προεδρία του κ. Καρβούνη. Η διάγνωση δεν ήταν ευχάριστη. Προσβλήθηκα από την σοβαρά ασθένεια μεταστατικού καρκίνου του νωτιαίου μυελού που προκάλεσε την πλήρη παραλυσία των κάτω άκρων. Ήμουν μόλις 29 χρονών.
 »Μ’ έβαλαν σ’ ένα δωμάτιο, για να μου πουν τα αποτελέσματα. Εκεί ήμουν μόνος και από το κρεβάτι παρατηρούσα τα διάφορα εργαλεία. Είχα πλήρεις τις αισθήσεις μου και δεν ήμουν κάτω από την επήρεια κάποιου φαρμάκου. Απλά περίμενα υπομονετικά τα αποτελέσματα. Ξαφνικά ακούω μία αντρική φωνή να μου λέγει:
-«Δεν πρέπει να φύγεις από την Ελλάδα, διότι, η Παναγία θα σε κάνει καλά εδώ μέσα, εάν φύγεις, θα πεθάνεις!»
 »Στο άκουσμα αυτής της φωνής ξαφνιάστηκα και γυρνούσα το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά για να δω ποίος μου μίλησε. Δεν ήταν κανείς μέσα στο δωμάτιο. Μονολογούσα και έλεγα:
-«Η φαντασία μου θάταν.»
» Ησύχασα και έβλεπα το ταβάνι του δωματίου. Τότε, μόλις που πέρασαν λίγα λεπτά, η φωνή επαναλήφθηκε για δεύτερη φορά, καθαρά, πεντακάθαρα, όπως και την πρώτη φορά:
-«Δεν πρέπει να φύγεις από την Ελλάδα, διότι, η Παναγία θα σε κάνει καλά εδώ, εάν φύγεις, θα πεθάνεις!»
 »Δεν πρόλαβα να κοιτάξω ξανά και ένας από τους νευροχειρούργους μπήκε στο δωμάτιο και μου είπε:
-«Πάτερ, αποφασίσαμε, ότι δεν μπορούμε να σε χειρουργήσουμε εδώ στην Ελλάδα. Έχομε υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Πρέπει να φύγεις αμέσως είτε για Αγγλία, είτε για Αμερική. Η εκλογή είναι δική σου. Εμείς δεν μπορούμε να σε χειρουργήσουμε.»
»Εγώ αρνήθηκα και του εξήγησα τι ακριβώς συνέβη προ ολίγου στο δωμάτιο. Ο γιατρός μου είπε:
-«Πάτερ, και εγώ είμαι Ορθόδοξος Χριστιανός και πιστεύω στο Θεό, αλλά εδώ παίζουμε την ζωή σου. Κάθε δευτερόλεπτο που περνά δεν είναι σε βάρος της υγείας σου, αλλά της ζωής σου. Πρέπει να φύγεις αμέσως.»
»Τότε, του απήντησα:
-«Όχι, δεν φεύγω απ’ εδώ. Δεν γνωρίζω τι ήταν εκείνη η φωνή, που μου μίλησε. Αλλά, εάν υποθέσουμε ότι ήταν από τον Θεό, τότε δεν θα την παρακούσω, αλλά θα την υπακούσω και εάν εσείς δεν θέλετε να με χειρουργήσετε, τότε προτιμώ να πεθάνω.»
 »Οι γιατροί δεν είχαν άλλη επιλογή. Προσπάθησαν να με πείσουν μέσον της αδελφής μου και του θειου μου, Γιάννη Π. Ζαΐρη, που ήταν τότε Πρόεδρος Εφετών στην Αθήνα. Η αδελφή μου η Θέμις και μερικοί από στους καλούς μου φίλους ήταν πάντοτε δίπλα μου. Ένας από τους Καθηγητές μου, ο κ. Γεώργιος Γρατσέας, ήταν επίσης κοντά μου. Η εγχείρηση έλαβε χώρα χωρίς καμία καθυστέρηση το ίδιο απόγευμα.
»Ο θεράπων γιατρός ήταν ο κ. Κωνσταντίνος Κρασανάκης, Νευροχειρούργος. Όταν με βάλανε στο δωμάτιο για την μεγάλη εγχείρηση είδα απέναντι μου την εικόνα της Θεοτόκου Μαρίας. Την παρακάλεσα λέγοντας:
-«Παναγία μου, εσύ κάνε την εγχείρηση με τα χέρια των γιατρών!»
 »Η εγχείρηση κράτησε αρκετές ώρες. Όταν ξύπνησα από τη νάρκωση δίπλα μου ήταν ο καλός μου φίλος και συμφοιτητής π. Δημήτριος Αργυρός. Πάντοτε τον χαρακτήριζε το θαρραλέο του φρόνιμα. Μού’ δωσε κουράγιο. Βρισκόταν δίπλα μου στις πιο δύσκολες ώρες της ζωής μου, όπως και ο π. Κωνσταντίνος Ράπτης και άλλοι.
»Μετά από λίγο βρέθηκα στο δωμάτιο μου με την αδελφή μου. Οι μέρες περνούσαν και αντιμετώπισα άλλους κινδύνους. Όλα τα εσωτερικά όργανα είχαν παραλύσει. Τίποτε δεν λειτουργούσε κανονικά. Κύστη και έντερα έμειναν παράλυτα και αδρανή. Ευτυχώς που μία νοσοκόμα αντιλήφθηκε το πρόβλημα και πρόσταξε να μου βάλουν καθετήρα, ειδάλλως η κύστη θα σπούσε.
 »Δεν θυμάμαι πόσες μέρες πέρασαν και με επισκέφθηκε ο ιατρός κ. Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος, Παθολόγος-Ογκολόγος και σήμερα Διευθυντής Ογκολογικού Τμήματος Γ.Ν.Α. «Ο Ευαγγελισμός». Μου είπε, ότι θα αρχίσει χημειοθεραπεία και με μετέφερε σ’ ένα ιδιαίτερο δωμάτιο στο 10ο όροφο της Β’ Παθολογικής. Εκεί έμεινα το περισσότερο διάστημα της παραμονής μου στο Νοσοκομείο. Προϊσταμένη Νοσοκόμα την περίοδο εκείνη ήταν η Δ/νίς Μαρία Κτενοπούλου.
»Ήταν μία δύσκολη περίοδος, γιατί κάθε μέρα ευρισκόμουν αντιμέτωπος με τον θάνατο. Ήταν μία πάλη μεταξύ ζωής και θανάτου. Αλλά, ποτέ δεν έχασα την πίστη μου ή τις ελπίδες μου ή την εμπιστοσύνη μου στην υπόσχεση του Θεού, ότι θα με κάνει καλά μέσον της Μητέρας Του, την Υπεραγία Θεοτόκο Μαρία, όπως μου αναγγέλθηκε.
 »Στο μεταξύ χρόνο η αδελφή μου θυμήθηκε ένα όνειρο που είχε δει στα μέσα του Γιαννάρη, αλλά δεν είχε δώσει σ’ αυτό σημασία. Είδε την Παναγία ντυμένη ως νοσοκόμα και με κρατούσε στην αγκαλιά της ως βρέφος. Λέγει στην αδελφή μου:
-«Ο αδελφός σου πεθαίνει αυτή την ώρα, αλλά μη φοβάσαι, διότι εγώ θα τον κάμω καλά.»
»Η Παναγία πήρε στα χέρια της ένα νυστέρι και έκανε δύο εγχειρήσεις. Ακριβώς στα ίδια ακριβώς σημεία που έγιναν και οι εγχειρήσεις μου. Τότε πίεσε τις πληγές και απ’ αυτές βγήκε πύο και στο τέλος ένα σκουλήκι. Καθάρισε τις πληγές, τις έραψε και μετά λέγει στην αδελφή μου:
-«Ο αδελφός σου θα ζήσει, αλλά θα κάνει δύο χρόνια για να ξαναπερπατήσει!»
»Η Θέμις, όπως μου είπε, είχε εντελώς λησμονήσει το όνειρο εκείνο και μόνον όταν πραγματοποιήθηκε η δεύτερη χειρουργική επέμβαση, μετά από μήνες, το ξαναθυμήθηκε.
»Το περίεργο είναι, ότι κάθε φορά που ζητούσα από κάποιο επισκέπτη να μου φέρει μία εικόνα, μου έφερναν πάντοτε την εικόνα της Παναγίας της Πορταϊτίσσης του Αγίου Όρους. Έτσι, πίστεψα, ότι ήταν η Παναγία η Πορταϊτισσα που με προστάτευε και της έταξα, ότι, «εάν γίνω καλά, θα Την διακονήσω»
 »Οι μέρες, οι εβδομάδες και οι μήνες περνούσαν και εγώ ακόμη βρισκόμουν στο κρεβάτι του πόνου χωρίς καμία αλλαγή. Οι ασθενείς στο διπλανό κρεβάτι ερχόντουσαν και έφευγαν, και εγώ ακόμη εκεί. Χρειαζόμουν πολύ υπομονή. Παρ’ όλο που ήμουν κάτω από χημειοθεραπεία, ο καρκίνος μεταδόθηκε σε άλλα σημεία του οργανισμού (πνεύμονες, σηκώτι και αίμα). Από ιατρικής πλευράς δεν υπήρχε ελπίδα. Ο Καθηγητής κ. Αλεξόπουλος, αν δεν επέμενε η Προϊσταμένη Δ/νίς Μαρία Κτενοπούλου, αρνιόταν ακόμα να συνεχίσει την θεραπεία.
-«Είναι άσκοπο να συνεχίσουμε, έλεγε ο γιατρός. Δεν υπάρχει ζωή μέσα του. Το πολύ, μέσα σε δύο ή τρεις μέρες θα πεθάνει. Ας τον αφήσουμε να φύγει χωρίς άλλη ταλαιπωρία.»
»Μάλιστα, ο ίδιος τηλεφώνησε τον Μητροπολίτη Καλύμνου Νεκτάριο και του ανάφερε, ότι:
-«Η κατάσταση είναι σοβαρή. Το πολύ, Σεβασμιώτατε, το Σάββατο ή την Κυριακή θα έχει κοιμηθεί. Να ετοιμαστείτε να τον υποδεχθείτε.»
»Ο Μητροπολίτης Καλύμνου Νεκτάριος κάλεσε τους ιερείς της Καλύμνου σε συνεδρίαση. Τους ανάγγειλε τα όσα ο κ. Αλεξόπουλος του είπε και πρότεινε να προετοιμαστούνε κατάλληλα. Ένας από του ιερείς, ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Ιάκωβος Συριώτης, ζήτησε τον λόγο. Ο Μητροπολίτης του έδωσε την άδεια να μιλήσει. Ο π. Ιάκωβος είπε:
-«Σεβασμιώτατε, δεν νομίζετε, ότι βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα. Εδώ ο άνθρωπός μας δεν πέθανε και εσείς σχεδιάζετε την κηδεία του. Εάν ο κόσμος μάθει το τι συζητάμε αυτή την στιγμή θα μας κυνηγήσει όλους και εσάς πρώτα θα πετάξει στη θάλασσα. Γι’ αυτό, ας περιμένουμε να δούμε το θέλημα του Θεού και μετά ενεργούμε.»
»Ο κ. Αλεξόπουλος, στο μεταξύ χρόνο, ενημέρωσε την αδελφή μου για την κατάστασή μου και πρότεινε να ενημερωθεί η οικογένειά μου.
-«Δεν υπάρχει ζωή μέσα του», έλεγε.
 » Ήταν ημέρα Πέμπτη, θα ήταν μεσημέρι και ενώ μιλούσα με την αδελφή μου, ξαφνικά, βλέπω το εξής όραμα:
»Βρέθηκα σ’ ένα χωριό μέσα σ’ ένα απέραντο δάσος. Όλα ήταν όμορφα και καταπράσινα. Όμως από τα σπίτια των χωριανών έβγαιναν κάποιοι με σατανικά πρόσωπα και άρχισαν να μου ρίχνουν βόμβες, χειροβομβίδες και κάθε είδους όπλα. Τίποτε όμως δεν μ’ άγγιζε. Όλα έπεφταν γύρω μου χωρίς να με βλάπτουν. Εγώ, τότε είπα:
-«Για κοίταξε! Έρχεσαι στο χωριό να βρεις ησυχία και εδώ πολεμά ο ένας τον άλλο».
»Αποφασίζω να φύγω απ’ εκείνο το χωριό. Και πράγματι, ενώ έφευγα, βρίσκομαι σ’ άλλο χωριό. Η ίδια και χειρότερη κατάσταση. Μονολογούσα ξανά και φεύγοντας από το δεύτερο χωριό κατέβαινα ένα μονοπάτι. Συνάντησα δύο νέους στα λευκά ντυμένους που στάθηκαν απέναντι μου. Τα πρόσωπά τους ήταν αστραφτερά σαν τον ήλιο και τα ρούχα τους πάνλευκα. Δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια την ομορφιά των προσώπων τους. Μόλις αντίκρισα κατάματα τον ένα από τους δύο νέους ένοιωσα σ’ όλο το σώμα μου κάτι περίεργο. Αισθάνθηκα, ότι περνούσα μέσα από το δικό του σώμα και βρέθηκα σ’ άλλο κόσμο πνευματικό, όπου κανείς δεν ήταν παρά αισθανόμουν ζωντανά την παρουσία κάποιου που ήταν αγάπη και ειρήνη. Όλα γύρω μου δένδρα, λουλούδια, φυτά, πέτρες και χορτάρι ήταν από γαλάζιο διαμάντι! Όλα ζωντανοί οργανισμοί, αλλά καμωμένα από γαλάζιο διαμάντι! Μάλιστα, από περιέργεια έσκυψα και άγγιξα με την άκρη του δακτύλου μου ένα τριαντάφυλλο και μονολογούσα:
-«Μα, πώς είναι δυνατό νάναι ζωντανό τριαντάφυλλο, ενώ είναι διαμάντι;»
»Η αίσθηση εκείνη στο άκρο του δακτύλου μου δεν είχε απομακρυνθεί για πολλούς μήνες. Μετά κοίταξα κάτω και είδα στρώματα διάφορα γεμάτα από ανθρώπους που συζητούσαν μεταξύ τους μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαράς και ευτυχίας. Όταν σήκωσα το κεφάλι μου για να απολαύσω ξανά εκείνη την πανέμορφη πεδιάδα, βρέθηκα ξανά μπροστά στους δύο νέους. Κάτι μου λέγανε και εγώ απαντούσα. Δεν μπορώ να θυμηθώ την γλώσσα που μιλούσαμε. Ήταν μία γλώσσα που μιλούσα μόνον για εκείνη την στιγμή. Όμως θυμάμαι, ότι ο ένας από τους δύο μου έδιδε κάποιες οδηγίες, γιατί κτυπούσε τον δείκτη του δεξί χεριού στην παλάμη του αριστερού, όπως κάμνομε, όταν δίνουμε οδηγίες σε κάποιο. Όταν συνήλθα από το όραμα και βρέθηκα ξανά με την αδελφή την Θέμιδα. Εκείνη, μάλιστα, νόμιζε, ότι ήρθε το τέλος μου και ότι παραμιλούσα, γιατί το κεφάλι μου ήταν στραμμένο προς την εικόνα του Χριστού.
»Πρέπει να σημειώσω, ότι ο πυρετός εκείνο το διάστημα και για περισσότερο από ένα μήνα ήταν 42.5 C. Κανένα φάρμακο δεν βοηθούσε στο να κατεβάσει τον πυρετό. Εκείνη την περίοδο για μία ολόκληρη εβδομάδα οι νοσοκόμες έπαιρναν τον πυρετό κάθε μία ώρα. Τι κουραστική εβδομάδα ήταν εκείνη! Κάθε ώρα και θερμόμετρο. Νύκτα και μέρα δεν έβρισκα χρόνο να ξεκουραστώ. Πρέπει να ήταν ένα Σάββατο στα μέσα του Μάη 1985. Ο πυρετός να με καίει και ενώ στις 06:00 το πρωΐ ο πυρετός ήταν 42.5 C, στις 07:00 π.μ. έγινε ξαφνικά 36.6 C. Η νοσοκόμα έγινε έξαλλη γιατί νόμιζε ότι μετακίνησα το θερμόμετρο.
-«Πάτερ, μου είπε με αυστηρό τόνο, έχομε κι άλλους ασθενείς να κοιτάξουμε. Βάλτο σωστά αυτή τη φορά!»
»Μα, εγώ γνωρίζω και δεν σφάλλω στη μαρτυρία μου, ότι το είχα τοποθετήσει σωστά και ήμουν αμετακίνητος. Η νοσοκόμα βάζει το θερμόμετρο για δεύτερη φορά. Τα ίδια αποτελέσματα. 36,6 C! Φωνάζει την αδελφή μου τη Θέμιδα. Το ξαναβάζει για τρίτη φορά και πάλι τα ίδια αποτελέσματα. 36,6 C! Τότε φωνάζει την προϊσταμένη, Μαρία Κτενοπούλου, που αντί να εξετάσει το θερμόμετρο τηλεφωνεί αμέσως τον γιατρό μου, τον κ. Αλεξόπουλο.
»Ο γιατρός απουσίαζε εκείνο το πρωινό.   Στη τηλεφωνική τους επικοινωνία η κ. Κτενοπούλου του αναφέρει για την απότομη αλλαγή. Εκείνος δεν πίστεψε, αλλά είπε:
-«Κοιτάξτε, αδελφή, αγαπάμε και σεβόμαστε τον π. Παντελεήμονα, αλλά αυτός ο νέος δεν έχει ζωή μέσα του. Μέσα σε δύο μέρες θα πρέπει να πεθάνει. Πρέπει όλοι να το συνειδητοποιήσουμε.»
»Η κ. Κτενοπούλου και πάλι επέμενε νάρθει να εξετάσει ο ίδιος.
-«Δεν ξέρω αν πρέπει να πεθάνει ή όχι, είπε, αλλά είναι η μοναδική σου ευκαιρία. Έλα να δεις από μόνος σου. Ο πυρετός εξαφανίστηκε!»
»Έτσι, ο γιατρός πείσθηκε και ήρθε στο Νοσοκομείο. Όταν ήρθε ούτε καν με χαιρέτισε, αλλά όταν ο ίδιος έβαλε το θερμόμετρο και είδε ότι ήταν στα φυσιολογικά όρια δεν πίστεψε στα μάτια του και ξανάβαλε το θερμόμετρο. Στη δεύτερη διαπίστωση, που κράτησε 12 λεπτά, μονολογούσε και έλεγε:
-«Ε, είπαμε ότι πιστεύομε, αλλ’ εδώ μέσα παραγίνεται.»
»Και γυρνώντας στους άλλους γιατρούς είπε:
-«Ό,τι έγινε εδώ μέσα δεν ήταν από εμάς. Μόνον ένας Θεός μπορεί να τα κάνει. Αλλά είναι σημάδια για μας. Γι’ αυτό εσύ θα κάνεις αυτό, κι εσύ θα κάνεις το άλλο.»
 »Έδωσε τις κατάλληλες οδηγίες στον κάθε γιατρό να ενεργήσει ανάλογα. Το πρωΐ της Δευτέρας μ’ επισκέφθηκε κατά τις 08:00. Πρώτη φορά τέτοια ώρα. Κάθισε δίπλα μου και με ρώτησε, το πώς αισθανόμουν.
-«Καλά, γιατρέ μου, απήντησα, δόξα το Θεό, καμιά αλλαγή.»
»Εκείνος απήντησε:
-«Ξέρεις, πάτερ, εσύ είσαι σαν τον Λάζαρο, αλλά κάπως διαφορετικά. Γιατί εκείνος πέθανε και τάφηκε για τέσσαρες μέρες. Εσύ, ενώ πέθαινες, πριν προλάβομε να σε βάλουμε στον τάφο, πήδηξες έξω.»
-«Και, λοιπόν, τι θες να πεις;»
-«Να, το Σάββατο πρωΐ μεταξύ 06:00 και 07:00  κάτι συνέβη και άλλαξε όλη την πορεία της αγωγής σου και τώρα χρειαζόμαστε να δούμε τι ακριβώς συνέβη.»
»Εγώ ρώτησα:
-«Τι συνέβη, γιατρέ;»
»Και εκείνος απάντησε:
-«Δεν ξέρω. Αυτό θέλομε να μάθουμε και είναι η μοναδική μας ευκαιρία να το δούμε, αλλά πρέπει να κάνουμε μερικές εξετάσεις.»
 »Επακολούθησαν λεπτομερείς εξετάσεις. Τα αποτελέσματα ήταν θαυμαστά και ενώ τέσσαρες φορές έδειξαν κατάμεστο τον οργανισμό από καρκίνο σ’ αυτό κανένα ίχνος δεν βρέθηκε. Το θαύμα πραγματοποιήθηκε.
 »Το επίσημο ιστορικό υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον κ. Κ. Αλεξόπουλο έχει ως εξής:
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ & ΠΡΟΝΟΙΑΣ
Α’ Πε.Σ.Υ. ΑΤΤΙΚΗΣ Ν.Π.Δ.Δ.
Γ. Ν. Α. «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ»
ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Αθήνα 11 Νοεμβρίου 2003
ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ
 Ο ασθενής Λαμπαδάριος Παντελεήμων νοσηλεύτηκε στο Ογκολογικό Τμήμα Β’ Προπ. Παθολογικής Κλινικής από 07/03/85 μέχρι και 16/07/85. Ο άρρωστος εισήχθη εκτάκτως προερχόμενος από την Νευροχειρουργική Κλινική του νοσοκομείου με εγκατεστημένη παραπληγία. Στην Νευροχειρουργική Κλινική είχε χειρουργηθεί επειγόντως λόγω συνδρόμου συμπίεσης νωτιαίου μυελού στο ύψος του Θ8 αποτέλεσμα της ανάπτυξης επισκληριδίου όγκου. Έγινε αποσυμπίεση και αφαίρεση τμήματος του επισκληριδίου όγκου, η ιστολογική του οποίου έδειξε αμετάπλαστο νεόπλασμα με συχγκυτιακά στοιχεία, υπενθυμίζοντα τροφοβλαστικό ιστό. Να σημειωθεί ότι, κατά την αντικειμενική εξέταση στο Ογκολογικό Τμήμα, διαπιστώθηκε ευμεγέθης διόγκωση αρ. όρχεος συνηγορητική πρωτοπαθούς νεοπλάσματος του οργάνου. Ο κλινικοεργαστηριακός έλεγχος έδειξε μεταστατική νόσο στον οπισθοπεριτοναΐκό χώρο και τους πνεύμονες. Ο ασθενής υποβλήθηκε σε συνδυασμένη χημειοθεραπεία με Cisplatin, Vepesid, Bleocin, Vinblastine και συμπλήρωσε πέντε συνολικά κύκλους μέχρι τις 19/06/1985 με αποτέλεσμα πλήρη ύφεση της νόσου.
 Η όλη αντιμετώπιση του ασθενούς συμπληρώθηκε με εκτέλεση αρ. ορχεκτομής.
Έκτοτε ο ασθενής παραμένει σε πλήρη ύφεση και πλήρη δραστηριότητα. Το παρόν χορηγείται μετά αίτηση του ιδίου για κάθε νόμιμη χρήση.
Κ. Γ. Αλεξόπουλος Διευθυντής Ογκολογικού Τμήματος Γ.Ν.Α. «Ο Ευαγγελισμός»
»Μετά από το Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» με πήραν με ασθενοφόρο και πήγαμε στο Ίδρυμα Αποκατάσταση Αναπήρων στη Χασιά της περιοχής Αγίων Αναργύρων. Εκεί έμεινα ένα ολόκληρο χρόνο 1985-1986 και υποβλήθηκα σε εντατική φυσιοθεραπεία. Η κάθε μου άσκηση και κάθε μου κίνηση ήταν και μία προσευχή στην Παναγία, υπενθυμίζοντάς Την για τη δική Της υπόσχεση, ότι θα με έκανε καλά.
 »Στο διάστημα εκείνο αποφάσισα να συνεχίσω να δίδω τις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, έστω και πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι, για να μη υστερήσω από τους άλλους συμφοιτητές μου. Μάλιστα, αυτό το οφείλω στην αγαπητή μου φίλη και συμφοιτήτρια, Δ/ίδα Μαυρέτα Αλεσίου, γιατί εκείνη ήταν, που με τις απλοΐκές συζητήσεις της πάνω στα θεολογικά μαθήματα, μου άναψε την φλόγα και μου έδωσε κουράγιο για να συνεχίσω. Ζήτησα να μου φέρει τα σχετικά βιβλία. Σήμερα, εάν ολοκλήρωσα τις Θεολογικές μου σπουδές το οφείλω πρώτα στη Χάρη του Θεού και κατόπιν στους αγαπητούς μου φίλους, Δ/ίδα Μαυρέτα Αλεσίου, π. Κωνσταντίνο Ράπτη και π. Δημήτριο Αργυρό, οι οποίοι με βοήθησαν μεταφέροντάς με πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι για να δώσω τις προφορικές ή γραπτές εξετάσεις.
 Μεγάλη ευγνωμοσύνη οφείλω προς όλους τους Καθηγητές μου της Θεολογικής Σχολής της Ποιμαντικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά και πολύ περισσότερο προς την μητέρα μου και την αδελφή μου Θέμιδα Λαμπαδαρίου, που για δύο ολόκληρα χρόνια, νύκτα και ημέρα, δεν έλειψε από το πλευρό μου.
»Η υπόσχεση της Θεοτόκου ολοκληρώθηκε, γιατί ακριβώς μετά από δύο χρόνια άρχισα να περπατώ και όχι μόνον δεν απέθανα, αλλά η Χάρις του Θεού με καταξίωσε να διακονήσω την Εκκλησία του Θεού στην Αφρική και να γίνω πρώτος Επίσκοπος στην Ιεραποστολική Επισκοπή Γκάνας (Δυτική Αφρική, 1999-2004), κατόπιν να διακονώ ως Μητροπολίτης στην ιστορική και αρχαία Μητρόπολη Πηλουσίου (2004-2006) και, σήμερα, ως εφησυχάζοντα Μητροπολίτη Αντινόης, να φιλοξενούμαι από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου κ.κ. Δημήτριο, ο οποίος έδωσε την ευλογία του για να φιλοξενηθώ στην Ιερά Μητρόπολή του.

Στο σύνδεσμο αυτό παρατίθεται το βιογραφικό σημείωμα του Σεβασμιοτάτου κ.κ. Παντελεήμονα
ΠΗΓΗ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Η λίστα ιστολογίων μου

Snap Shots

Get Free Shots from Snap.com

Follow by Email