ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ!

Αυτός ο χώρος είναι αφιερωμένος σε όλους τους γονείς, τους μαθητές και τις μαθήτριες του 21ου, 22ου, 12ου,4ου, 2ου Εσπερινού Γυμνασίου, 1ου ΕΠΑΛ, 6ου ΕΠΑΛ, , 2ου Λυκείου Πατρών, του Γυμνασίου και Λυκείου Κλειτορίας , του Γυμνασίου Ψωφίδας, Λακκόπετρας και Σαγαιίκων, και από φέτος του 6ου και του 17ου Γυμνασίου Πατρών.



Αγαπημένοι μου μαθητές και γονείς, εδώ θα ενημερώνεστε για τις δραστηριότητες που θα πραγματοποιούμε στο πλαίσιο του μαθήματος των Θρησκευτικών καθώς και για άλλα πολλά θέματα που μας αφορούν.


Η Θεολόγος σας


Σταυρούλα Ζευγαρά
















Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

punk drugs and Jesus





Μεγάλωσα σε μια μικρή πόλη των Η.Π.Α. και ήμουν νέος, ευάλωτος και ευαίσθητος. Αντικατέστησα τον πόνο του να σε απορρίπτουν με τον θυμό, πού πυροδοτούσε μια γενιά. Απέρριψα το κατεστημένο, πού υπαγόρευε να πάω πανεπιστήμιο και να βρω δουλειά. Καθώς οι φίλοι μου αποφάσιζαν σε ποιο πανεπιστήμιο θα πάνε, εγώ αποφάσισα να ζήσω έντονα και να πεθάνω νέος («LIVE FAST, DIE YOUNG»)· Τα επόμενα δύο χρόνια παρέμεινα στη μικρή πόλη δίνοντας και παίρνοντας σωματική και ψυχολογική βία. Ή αποξένωση πού επακολούθησε με οδήγησε σε υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και ναρκωτικών, για να κοίμηση τον πόνο πού ένιωθα. Κανείς δεν θα μπορούσε να με πληγώσει ξανά…

Το Μάιο του 1980, την ίδια μέρα ακριβώς μετά την άποφοίτησί μου, ξεκίνησα για το SAN JOSE για τα αξιοθέατα της Βόρειας Καλιφόρνιας. Από προηγούμενα ταξίδια είχα ήδη την πρώτη μου επαφή με τους Πανκ (PUNK) του SAN FRANCISCO. Εκεί, σε ένα ξενοδοχείο, έκοψα τα μαλλιά μου και έγινα ΡUNK.

Μέχρι το φθινόπωρο του 1982 είχα μετακομίσει στο PORTLAND του OREGON με 40 δολάρια και 40 κονσέρβες με σούπα. Ή πόλη ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Είδα πολλούς νέους ανθρώπους να ζουν με διαφορετικές νοοτροπίες και για πρώτη φορά ένιωθα αποδεκτός! οι ιδέες ήταν τελείως διαφορετικές από τις —όπως εμείς θεωρούσαμε— βαρετές και ξεπερασμένες δεκαετίες του ‘60 και 70. Το να πηδάμε από τραίνα και από ένα κάδο στον άλλον και να κλέβουμε μπίρες ήταν μονάχα ρομαντικές αντιλήψεις και η αυτοκακοποίησι είχε αίγλη. Δεν καθίσαμε να σκεφτούμε το βαρύ τίμημα πού θα επέφερε αυτό το κοινωνικό στίγμα του μηδενισμού στο σώμα μας, στην ψυχή και στο πνεύμα μας. Σ’ αυτό το σημείο ήταν που θα έπαιρνα την πρώτη γεύση της ζωής μου σαν ναρκομανής.

Κάποιο βράδυ ένας φίλος όρμησε μέσα στο διαμέρισμα πού έμενα. Είχε κάνει διάρρηξη σ’ ένα φαρμακείο της γειτονίας και γέμισε τρεις μεγάλες σακούλες από ηρεμιστικά, βαρβιτουρικά και ναρκωτικά. Σε κλάσματα δευτερολέπτων, χωρίς καν να σκεφτώ τι έπραττα, άφησα το φίλο μου να βάλει τη σύριγγα στο χέρι μου. Ή ζεστασιά απλώθηκε σε όλο μου το σώμα και για μια στιγμή νόμιζα πώς ήμουν στον παράδεισο. Μετά λιποθύμησα… Όταν συνήλθα το επόμενο πρωί, ο φίλος μου με πληροφόρησε ότι έκανε λάθος στην ποσότητα και πήρα υπερβολική δόσι. Με κράτησε ξύπνιο, ώστε να μη με πάρη βαθύς ύπνος και πεθάνω. Μου έδωσε εκατοντάδες χάπια – χαλαρωτικά κ.τ.λ. και με πήγε στο σταθμό. Ή επόμενη εβδομάδα ήταν μια απόλυτη θολούρα, ένα μπλακάουτ, που κατέληξε στο να σπάσω το παράθυρο από ένα μικρό σούπερ μάρκετ για να κλέψω μπίρα, λιποθυμώντας μπροστά στο μαγαζί. Ξύπνησα μέσα στο κελλί της φυλακής, ή μύτη μου έτρεχε από το συνάχι της στερήσεως, κάτι πού θα το αντιμετώπιζα για πολύ καιρό. Το μόνο πράγμα πού είχα στο μυαλό μου ήταν το πώς θ’ αποκτούσα κι άλλη ηρωίνη…

Στις αρχές του 1984 ή Δυτική Ακτή είχε πλημμυρήσει με φτηνή μεξικάνικη ηρωίνη. Ή καθημερινή χρήσι της επί τρεις μήνες τερμάτισε την περίοδο της πρώτης μου απλής επαφής με τα ναρκωτικά, και άρχισε ή κατρακύλα. Το αστυνομικό τμήμα του PORTLAND αναδιωργανώνταν λόγω της διαφθοράς της αστυνομίας και δεν είχε καθόλου έλεγχο του τι γινόταν στους κεντρικούς δρόμους. Δεν ήταν σπάνιο να βλέπεις ανθρώπους να «φτιάχνονται» (να παίρνουν τη δόση τους) ακριβώς στο πεζοδρόμιο πάνω σ’ ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Εκατοντάδες πρεζάκια- έμποροι ήταν αραδιασμένοι στους δρόμους σε τρία τετράγωνα, πουλώντας το προϊόν τους στα νιάτα του PORTLAND. Εκείνο το καλοκαίρι πολλά παιδιά «μεγάλωσαν» πρόωρα. Μερικά ούτε καν είδαν το έτος 1985.

Το Μάρτιο του 1985, φορτωμένος με έναν εθισμό στην ηρωίνη —100 δολάρια ημερησίως—, πήγα για θεραπεία για πρώτη φορά. Ήταν ένα θεραπευτικό κέντρο παλιού τύπου σε μια μικρή πόλη στην ακτή του ΟREGON. Ό σύμβουλος μου ήταν ένας σωματώδης Ιταλός, πολύ εξτρεμιστής. Καθώς είχε θανατική ποινή για πολλαπλούς φόνους, ανακάλυψαν ότι είχε ένα ανεύρυσμα πού τον ταλαιπωρούσε μέχρι παραφροσύνης.

Δέκα χρόνια σε προγράμματα εργασίας και νηφαλιότητας μπόρεσε και απέκτησε χάρι και ήταν ελεύθερος να βοηθάει τους άλλους σ’ αυτό το θεραπευτικό πρόγραμμα. Δεν μπορούσα να ταυτιστώ μ’ αυτά τα περί Θεού, στα όποια βασίζονται αυτά τα προγράμματα των «Δώδεκα Βαθμίδων», οπότε μου έδωσε μια πέτρα, πού είχε στο γραφείο του, λέγοντας μου, ότι αυτή η πέτρα ήταν ο πρώτος του «Θεός». Έπρεπε να την κουβαλάω μαζί μου, και να την χρησιμοποιώ ως «ανωτέρα δύναμη μου».

Φεύγοντας από το κέντρο μετακόμισα από την πόλη και πήγα προς την ακτή, και ξεκίνησα ξυλουργική και surfing. Ωστόσο η έλλειψη ενός προσωπικού Θεού με (οδήγησε σε ένα δυσβάστακτο κενό, και μέχρι το τέλος του καλοκαιριού επέστρεψα στην «πρέζα» (ναρκωτικά). Διατήρησα τον εθισμό των 100 δολαρίων ημερησίως για τον επόμενο χρόνο, και ακόμα κατόρθωσα να πάρω δάνειο και ν’ ανοίξω ένα μαγαζί με skateboard στο Ρortland. Ήταν πάντα το όνειρο μου, αλλά σύντομα το σαμποτάρισα με το να κλέβω από το ταμείο. Άφησα τον συνέταιρο μου να το δουλεύει και ξαναμπήκα για θεραπεία.

Παρότι κατάφερα να μείνω αυτή τη φορά καθαρός για οχτώ μήνες, αντιστεκόμουν ζωηρά σ’ αυτό το πράγμα της «ανωτέρας δυνάμεως». Ζούσα σ’ ένα κέντρο απεξαρτήσεως και πάλευα καθημερινά με την ανάλυση ουρών και την καθοδήγηση. Όταν έκανα υποτροπή, ήταν αστραπιαία- έβαζα τη σύριγγα στο χέρι πριν καλά – καλά καταλάβω τι γινόταν. Ήταν αδύνατον να αποχωριστώ τον ναρκομανή εαυτό μου.

Έκανα χρήση για αρκετούς μήνες και οι δυνατότητες μου ήταν τεράστιες. Μπορούσα να κάνω χρήση ξοδεύοντας εκατοντάδες δολάρια καθημερινώς, και να φαίνομαι νηφάλιος, χωρίς να ξέρη κανείς. Τελικά, καθώς ή υγεία μου κατέρρεε, ο συνέταιρος μου τα παράτησε. Μου είπε ότι μ’ αγαπούσε και δεν ήθελε να με βλέπει να σκοτώνω τον εαυτό μου. Ήταν ο καλύτερος μου φίλος και ή ένοχη πού ένιωθα ήταν δυσβάστακτη. Τα παιδιά πού ήταν στην ομάδα του μαγαζιού βασίζονταν σ’ εμένα, άλλα ήξεραν ότι θα ήμουν πάντα ένας χρήστης και ότι ή ηρωίνη ήταν ή ζωή μου…

Στους τρεις μήνες, πού ακολούθησαν, λεηλάτησα 30,000 δολάρια από το λογαριασμό του μαγαζιού για τη συνήθεια μου και τελικά φαλίρισα την επιχείρηση. Την πούλησα όσο – όσο και αποχώρησα χωρίς φράγκο στο όνομά μου. Χωρίς εισόδημα και με μία καταστροφική συνήθεια, είχα μπλέξει άσχημα.



Άρχισα να «φτιάχνομαι» με crystal methadone για να ξεφύγω από τη συνήθεια της χρήσεως, και κατέληξα να πάθω μόλυνση σταφυλόκοκκου. Έμοιαζα σαν λεπρός, καθώς είχα πληγές και κρουστές από τις πληγές σ’ όλο μου το σώμα. Κρύφτηκα στο διαμέρισμα ενός φίλου και έπαθα τα στερητικά μου. Μόνο ένας χρήστης ηρωίνης μπορεί να γνωρίσει τον έντονο πόνο πού περνάει κανείς —τις κράμπες, τη ναυτία και τους εμετούς—, τον εφιάλτη αυτό πού είναι ή στέρησι. Επί τέλους κοιμήθηκα την ενδέκατη ήμερα. Τρεις εβδομάδες αργότερα επέστρεψα στον κόσμο και, βλέποντας ότι οι περισσότεροι φίλοι μου με αποκήρυξαν, απεφάσισα να επιστρέψω στη μικρή πόλη της καταγωγής μου…

Ή οικογένεια μου πάντα με στήριζε, αφού αποδέχθηκε την εξάρτιση μου ως κάτι δεδομένο. Έμεινα στο σπίτι τους για περίπου έξι μήνες προσπαθώντας απλώς «να μη μπαίνω στα πόδια τους». Ωστόσο σ’ αύτη τη μικρή πόλη, στο κέντρο της ερήμου του ανατολικού WASHINGTON γνώρισα κάποιους αλλοδαπούς εργάτες πού είχαν την καλύτερη ηρωίνη από το Μεξικό πού είχα δοκιμάσει. Σε λίγες μέρες ήμουν κάτω από την επήρεια της ηρωίνης· έκλεβα ακόμα και τις πιστωτικές κάρτες της μητέρας μου, για να αποκτήσω κι άλλη ηρωίνη. Αποφάσισα να επιστρέψω στην πόλη και ν’ αρχίσω την κατρακύλα.

Πουλούσα ηρωίνη στο δρόμο για τον έμπορα, κουβαλώντας μπαλονάκια με ηρωίνη στο στόμα μου. Αν ή αστυνομία με έπιανε, θα τα κατάπινα… Στους επόμενους 4 μήνες χτυπήσαμε 20 – 30 σπίτια, λιώνοντας το χρυσό και το ασήμι για τα αναγκαία χρήματα. Ή ένοχη ήταν αβάστακτη, αλλά μας άφηνε αναίσθητους χάρι στις καταστροφικές μας συνήθειες. Σε κάποια φάση κάναμε 500 δολάρια ηρωίνης ημερησίως, αρκετή για να σκοτώσει ένα άλογο. Εγώ επίτηδες έπαιρνα μεγαλύτερες δόσεις, ελπίζοντας πώς θα γλίτωνα από τη μιζέρια. Τελικά ή αστυνομία, ή οποία μας κυνηγούσε για αρκετούς μήνες, με έπιασε σημαδεύοντας με, με το όπλο.

Καθώς θα περίμενα τη δίκη, με έβαλαν σε επιτήρηση μεθαδόνης και αφέθηκα ελεύθερος με εγγύηση. Τηλεφώνησα στη μητέρα μου λέγοντας της, ότι ήταν πιθανόν να έμπαινα φυλακή ή ακόμα σε αναμορφωτήριο για μερικά χρόνια. Ένας γνωστός, πού είχε χρόνια να δη τη μητέρα μου, την επισκέφθηκε. Την παρηγόρησε και της είπε για μια εκκλησία στην Αλάσκα, που ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει. Εγώ δεν ήθελα να πάω, αλλά οι επιλογές μου ήταν ελάχιστες. Ό δικαστής αποφάσισε, ότι αυτά άρμοζε ως θεραπεία και θα μπορούσα να πάω εκεί μέχρι να επιστρέψω για τη δίκη. Έφυγα και ετοιμάστηκα για την Αλάσκα…

Ό πατέρας μου ήρθε στο Ρortland για να πάμε μαζί στην Αλάσκα. Ζήτησα να μου δανείσει 20 δολάρια. Μου τα έδωσε καταλαβαίνοντας, αλλά δεν ρώτησε γιατί. αφού πήρα την τελευταία μου δόση, ένιωθα παράξενα ειρηνικός. Ευχαριστώ το Θεό πού δεν είχα περισσότερα χρήματα, γιατί σίγουρα θα έκανα υπερβολική χρήση.


Ή βραδινή πτήση έφτασε στο ANCHORAGE και ήμουν καλά «φτιαγμένος» (με ηρωίνη). Με πήρε ο ύπνος στο αυτοκίνητο στο δρόμο προς την κοινότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μου έδωσαν ένα δωμάτιο φιλοξενίας στο «Μεγάλο Σπίτι», ένα τεράστιο κτήριο που ήταν κάποτε καθολικό μοναστήρι και τώρα το κέντρο της κοινότητος. Το επόμενο πρωί ήρθαν δύο ιερείς και μας πήγαν για πρωινό. Ό νεώτερος ιερέας ήταν πολύ θερμός, χωρίς να νιώθει αηδία για τα ράκος ενός ανθρώπου που είχε μπροστά του. Ό μεγαλύτερος ιερέας ήταν ο εφημέριος της κοινότητος, ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος. Καθώς συζητούσαμε τρώγοντας το πρωινό μας, άρχισα ν’ ανακατεύομαι από τη στέρησι. Μια φορά ακόμα οι παρενέργειες της στερήσεως θα με συνόδευαν.

Ό εφημέριος μου έκανε πολλές ερωτήσεις για τον εαυτό μου. Γιατί ήρθα εδώ εάν ήθελα να ‘έρθω. Κι αν πίστευα ποτέ στο θεό… Ό πατέρας μου απαντούσε στις ερωτήσεις. Εγώ αισθανόμουν ανίκανος ν’ απαντώ. Έφυγα εκείνο το πρωινό με τη σκέψη ότι τον συμπάθησα πολύ αυτό τον ιερέα. Τα λόγια του ήταν ουσιώδη, άκαμπτα και περιεκτικά. Ήταν ο πρώτος Χριστιανός που γνώρισα πού φαινόταν πραγματικά ζωντανός.

Τις επόμενες 6-7 μέρες δεν βγήκα άπα το δωμάτιο φιλοξενίας, γιατί βρισκόμουν στα βάθη της κολάσεως. Μόνος σ’ ένα ξένο τόπο, δεν είχα καν την παρηγοριά από τους ήχους των δρόμων να με καλμάρουν. Ή ησυχία ήταν ανυπόφορη. Επί τέλους κοιμήθηκα…

Όταν ξύπνησα, ο πυρετός, οι κράμπες και το ρίγος είχαν εξαφανιστεί. Ήταν μια ηλιόλουστη φθινοπωρινή ήμερα, και είχα επιζήσει. Δεν ήμουν σίγουρος εάν έχω συνέλθει τελείως από το σύνδρομο στερήσεως, και πέρασε από το μυαλό μου ή σκέψη της αυτοκτονίας. Οι άνθρωποι που διέμεναν στο «Μεγάλο Σπίτι» με φρόντιζαν πολύ καλά – με τάιζαν και μου κρατούσαν συντροφιά. Ήμουν έκπληκτος με το πόσο φιλικοί ήταν μαζί μου, αλλά ωστόσο δεν προσπαθούσαν να μου μιλήσουν για το Θεό ή να με προσηλυτίσουν.



Για τους επόμενους τρεις μήνες, πού θα ήμουν εκεί, αποφασίστηκε ότι θα εργάζομαι με τον επιστάτη, καθώς ήταν επίσης και ο υπεύθυνος του «Μεγάλου Σπιτιού». Ήταν ένας ένθερμος άνθρωπος, και δούλευε σκληρότερα από όλους τους ανθρώπους πού είχα γνωρίσει. Στο τέλος της πρώτης ημέρας εργασίας κουράστηκα, και το μυαλό μου άρχιζε να ραδιουργεί. Τηλεφώνησα στον έμπορο μου στο PORTLAND , και συμφώνησε να μου στείλει αεροπορικώς λίγη ηρωίνη. Θα αργούσε 2 μέρες…

Το επόμενο βράδυ όλοι έφυγαν από το σπίτι. Ολομόναχος στο σαλόνι του «Μεγάλου Σπιτιού» κοιτούσα την ομορφιά της Αλάσκας. Απόλυτη ησυχία και γαλήνη. Άλλα ωστόσο οι πόνοι από την στέρησι της ηρωίνης δεν με άφηναν ήσυχο. Έψαξα για αλκοόλ, αλλά δεν έβρισκα. Σε όλο το σπίτι οι εικόνες του Χριστού και των αγίων του με κοιτούσαν επίμονα. Ένιωθα ότι με παρακολουθούσαν…



Ξαφνικά, ένα πελώριο κύμα από φόβο με επισκίασε. Ένιωθα ότι εισχώρησε μέσα μου όλος μαζί ο φόβος δέκα χρόνων πού δεν είχα νιώσει άλλοτε. Ένιωσα μικρός, αδύναμος και τελείως παράλυτος. Κανείς δεν ήταν τριγύρω, καθώς πλησίαζαν τα μεσάνυχτα. Τηλεφώνησα στη μητέρα μου και τη σήκωσα από το κρεβάτι. Έκλαψα και της είπα ότι θέλω να πεθάνω. Με παρηγόρησε και μου είπε να γονατίσω και να προσευχηθούμε μαζί. Έκλεισα το τηλέφωνο, βγήκα τρέχοντας από το «Μεγάλο Σπίτι» και πήγα στην εκκλησία.

Γονάτισα και παρακάλεσα το Θεό λέγοντας· Εάν είσαι εκεί, αφαίρεσε αυτό το φόβο και τον πόνο. Όσο ξαφνικά ήρθε αυτός ο φόβος, τόσο ξαφνικά και έφυγε. Μία αίσθηση ειρήνης με κατέλαβε, και ξάπλωσα εκεί πεσμένος στο ναό για πολλή ώρα. Επιτέλους έφυγα από την εκκλησία και πήγα στη μπροστινή βεράντα παρατηρώντας την ωραιότητα του οίκου του Θεού. Εφ’ όσον κατέρρευσα και νικήθηκα, ήταν η μοναδική στιγμή που ο Θεός μπορούσε να έρθει σ’ εμένα, και να τον ακούσω. Άρχισα να σιγοκλαίω και για πρώτη φορά ευχαρίστησα το Θεό που μ’ αγαπούσε…

Μερικούς μήνες νωρίτερα η μητέρα μου είχε δει ένα όνειρο. Ένα μεγάλο πουλί, με φτερά τριάντα μέτρα σε πλάτος, πέταξε πάνω από τη μητέρα μου και την αδελφή μου. Βρισκόταν σε ένα λιβάδι. Στην αρχή το πουλί ήταν απειλητικό, αλλά μετά τους ζύγωσε, προστατεύοντας τους με το φτερό του. Κατόπιν το πουλί είπε στη μητέρα μου, ότι ο γιος της θα γίνει καλά.

Κάποιους μήνες αργότερα αποκαλύφθηκαν κι άλλες κατηγορίες για ληστείες, και επέστρεψα στο ΡORTLAND για να πάω στην επαρχιακή φυλακή. Είχα ξαναμπεί φυλακή πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά τώρα ήμουν Χριστιανός, και δεν ήμουν εξαρτημένος. Ο φόβος ήταν πάντα αισθητός-άλλα ή χάρις του Θεού ήταν πάντα εκεί

Έμπαινα στον πειρασμό για ναρκωτικά, άλλα δεν υπέκυπτα, οι συγκροτούμενοι με κορόιδευαν, έσχιζαν τις σελίδες από την αγία Γραφή και έφτιαχναν τσιγάρα. Η στήριξη πού είχα απ’ έξω ήταν αξιοθαύμαστη – καθημερινή επικοινωνία και επισκέψεις από ορθοδόξους ιερείς. Και μέσα, πάντα ένιωθα την παρουσία του Σωτήρος. Οι νέες κατηγορίες θα έφερναν δύο πεντάχρονες καταδίκες στο αναμορφωτήριο του OREGON.

Καθώς έμπαινα στο δικαστήριο για να ‘έρθω αντιμέτωπος με το δικαστή, αντίκρισα τους ρασοφόρους ιερείς. Με επιτυχία ζήτησαν από το δικαστή την άποφυλάκισί μου με ανταλλαγή να πάω στην εκκλησία της Αλάσκας. Για πέντε χρόνια θα ήμουν κάτω από αστυνομική επιτήρηση και θα κατέβαλλα 28.000 δολάρια αποζημίωση.

Εάν έκανα υποτροπή, θα με δίκαζαν για δέκα ολόκληρα χρόνια. Ευχαριστώ το θεό για τα πλούσια και άφθονα ελέη του.

Πριν το Πάσχα του 1989, το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, έγινα δεκτός στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μυστηριακά εξαγνισμένος από τις αμαρτίες της προηγούμενης ζωής μου. Η χαρά, που πάντα προσπαθούσα να καταστρέφω μέσα μου, τώρα με νίκησε…

Μέσα στο πέρασμα του χρόνου, έχω μείνει καθαρός. Όχι μέσα από τα προγράμματα με τις «Δώδεκα Βαθμίδες», ούτε από τη σύγχρονη ψυχολογία, άλλα με το να είμαι βυθισμένος (όσο μπορώ) στην αρχαία, υπερκόσμια ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας «Ό Παράδεισος με άνέστησε όπως τον αντιλήφθηκα, με εμπλούτισε καθώς τον συλλογιζόμουν.

Ξέχασα τη φτωχή μου κατάστασι, διότι με μέθυσε με την εύωδία του. «Έγινα άλλος άνθρωπος, γιατί με αναζωογόνησε με όλη την ποικίλη φύση του» (αγ. Εφραίμ ο Σύρος).

Μονάχα με τη χάρι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και με την άπειρη αγάπη του για την ανθρωπότητα είμαι ζωντανός σήμερα. Δίνω δόξα στους αγίους, των οποίων οι πρεσβείες σώζουν τις ζωές μας καθημερινώς. Έφτασα στην Αλάσκα στις 26 Σεπτεμβρίου, την ήμερα πού η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του ευαγγελιστού Ιωάννου, ο όποιος είναι ο προστάτης άγιος της εκκλησίας στην οποία έγινε ή μεταστροφή μου. Στην αγία Γραφή ο ευαγγελιστής Ιωάννης συμβολικά εμφανίζεται ως αετός – ο ίδιος πού παρηγόρησε τη μητέρα μου στο όνειρο της. Στις 6 Οκτωβρίου τιμούμε τη μνήμη του αποστόλου και απίστου Θωμά.

Είναι επίσης η ημέρα της μεταστροφής μου, και ονομάζομαι Θωμάς. Νιώθω ενωμένος μ’ αυτούς τους αγίους, πού οι προσευχές τους είναι ευάρεστες στο Θεό· του αγίου Ιωάννου για τη μεγάλη του αγάπη προς τα παιδιά και του αγίου Θωμά πού έδειξε απιστία όπως οι περισσότεροι κάνουν. Αυτοί οι αρχαίοι άγιοι είναι οι πρόγονοι των «επαναστατών» που συνεχίζουν μέχρι τις μέρες μας. Αυτοί είναι οι αληθινοί ριζοσπάστες, των οποίων τους βίους μπορούμε να μιμηθούμε, γεμίζοντας το πνευματικό κενό πού μας πλήττει σήμερα.

Μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε την οδό της σύριγγας και της «πρέζας» (των ναρκωτικών) και να έχουμε το τέλος τόσων ανθρώπων πού βρέθηκαν νεκροί από υπερβολική χρήση των ναρκωτικών. Ή να πάρουμε το μονοπάτι της αποξενώσεως και απογνώσεως πού οδήγησε τόσους άλλους στο τραγικό τέλος της αυτοκτονίας. Ή μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε το δρόμο του Σταυρού, που έχει αγιαστεί με το αίμα των μαρτύρων και τους κόπους των δικαίων και οδηγεί σε αιώνια δόξα…

+ Θωμάς

Άγιοι απόστολοι Ιωάννη και Θωμά, πρεσβεύσατε στο Θεό για μας!

***

Σχόλιο από Άπαντα Ορθοδοξίας:

Η μάστιγα των ναρκωτικών καθημερινά απλώνεται, καθώς οι άνθρωποι πού ζητούν τη χαρά και την πληρότητα χρησιμοποιούν την ψυχολογική και σωματική βία για να βγουν από το αβάσταχτο κενό πού η σημερινή κοινωνία τους προσφέρει. Η έλλειψη όμως ενός προσωπικού Θεού τους οδηγεί σε αδιέξοδο. Συνεχίζοντας την αναφορά μας σε προσήλυτους στην Ορθοδοξία παρουσιάζουμε μεταφρασμένη από το περιοδικό «THE ORTHODOX WORD» (τ. 183, σσ. 190-199), μια συγκλονιστική μαρτυρία ενός νέου των Η.Π.Α., πού έφθασε στα πρόθυρα της κολάσεως, ώσπου ή σωτήρια και στοργική επέμβαση του Θεού, στην πιο κατάλληλη ώρα της ζωής του, τον οδήγησε να βρή το Χριστό, την Εκκλησία, την Ορθοδοξία. Ό νέος αυτός βαπτίστηκε, παίρνοντας το όνομα Θωμάς και σήμερα είναι υποδιάκονος, έγγαμος με έξι παιδιά, και πιστό μέλος μιας ενορίας στο νομό WASHINGTON των Η.Π.Α. Επίσης ασπάσθηκαν την Ορθοδοξία οι γονείς και η αδελφή του.

Πηγή: μετάφραση Ι. Μονή Αγ. Αυγουστίνου Φλωρίνης, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΠΙΘΑ

Αναδημοσίευση από Άπαντα Ορθοδοξίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Η λίστα ιστολογίων μου

Snap Shots

Get Free Shots from Snap.com

Follow by Email